Excerpts / αποσπασματα - συμμετοχεσ
Σαν βγω από αυτήν τη φυλακή θα σκοντάψω πάνω στο κλουβί μου. Αυτή τη φορά δε θα το προσπεράσω. Θα το κοιτάξω. Θα κάτσω απέναντί του να το προσέξω. Λίγο φως περνάει ακόμη τα κάγκελα. Εκεί ανάμεσα από τις χάρτινες και υφασμάτινες μάσκες, τις μαύρες φτερούγες και τα λεπτά, μικρά φτερά υπάρχει κάτι. Τόσες και τόσες φορές στο παρελθόν έχω ξανασκοντάψει στο κλουβί μου βγαίνοντας, μα είναι η πρώτη φορά που προσέχω ότι από τα σκουριασμένα σύρματα τούτου του κλουβιού υπάρχει χώρος και για φως. Και το πορτάκι του. Δεν είναι ερμητικά κλειστό. Μπορώ να βάλω μέσα το χέρι μου. Εύκολα.
Είναι άδικο. Δε γίνεται να βρίσκομαι σε τέτοια χάλια. Δε γίνεται να μην αντέχω άλλο τον ίδιο μου τον εαυτό. Δεν πρέπει να τον αφήσω. Ξανακοιτάζω το κλουβί. Νιώθω σαν γριά ή σαν μικρό κοριτσάκι. Και `τα δύο. Ταυτόχρονα. Υπάρχει άλλη πραγματικότητα από το σκοτάδι της μοναξιάς του δικού μου κλουβιού; Τι κι αν βγήκα από τη φυλακή.
Δε θα ξαναπεράσω από το κλουβί μου. Θα βρω άλλο δρόμο να φεύγω από τη φυλακή. Φοβάμαι πως κάθε φορά θα βλέπω τα απομεινάρια μου μέσα. Αλλά φτάνει. Δεν μπορώ να έχω και την απαίτηση να βρω άλλο δρόμο μόνο και μόνο για να μη με βλέπω. Έχω ήδη αλλάξει αρκετά για να αποφύγω το κλουβί μου. Δεν είναι λίγο να προσπαθείς να μη βλέπεις το κλουβί σου. Μα και βέβαια είναι λίγο.
Θα πάω κοντά του. Θα το αγγίξω. Πώς θα είναι άραγε; Τραχύ και σκουριασμένο μάλλον. Πάω. Η πόρτα. Λάθος ρύθμιση έχει γίνει στην πόρτα. Πιο μεγάλη είναι από το άνοιγμα του κλουβιού. Ανοίγει; Θα την ανοίξω. Έχει ελατήρια. Υπάρχει αντίσταση. Όχι ,δεν είναι η αντίσταση της πόρτας. Είναι ένας μακρύς λυγμός. Συνεχόμενος. Δεν τελειώνει. Ποιος κλαίει; Τι έγινε; Δεν υπάρχει αμφιβολία. Αυτός ο συνεχόμενος λυγμός ήρθε μέσα από το κλουβί μου. Πώς γίνεται το κλουβί να κλαίει. Θα το σηκώσω. Θα του αλλάξω θέση. Μπορεί αυτό να είναι. Σκούριασε πια κάτω. Θα το βάλω κάπου αλλού. Κάπου που θα είναι ψηλά. Να βλέπει. Να αερίζεται. Μπορεί και με τον άνεμο να φύγουν τα πράγματα από μέσα του. Όλα χρειάζονται μια ανάσα. Λίγο περισσότερο φως. Τον άνεμο του χρόνου. Που κλέβει μερικές στιγμές. Τα μαύρα, σπασμένα φτερά. Τα πιο ελαφριά. Τα αδύναμα. Έτοιμη. Θα το σηκώσω. Έτοιμη;
Νιώθω σαν την ηθοποιό που θα βγει πρώτη φορά στη σκηνή. Δε θυμάμαι τα λόγια μου. Από πίσω με σπρώχνουν. «Βγαίνεις!». Με το κλουβί στα χέρια. Καθόλου έτοιμη. Καθόλου; Χειροκροτήματα. Τα ακούω. Είμαι με το κλουβί στα χέρια. Περπατάω αργά. Οι κουρτίνες ανοίγουν. Αφήνουν πίσω τους ένα αέρα. Το κλουβί κουνιέται. Τα μαύρα, μικρά κι αδύναμα φτερά φεύγουν στον αέρα. Μυρίζει κάτι. Όμορφο. Όπως όταν ανοίγουν οι πρώτες γαρδένιες. Τα λόγια μου, ποια είναι τα λόγια μου;
Α!
«Αναρωτιέμαι τι θα νιώσω αν ποτέ παραπατήσω και ξαναπέσω πάνω σε αυτό το κλουβί!».
«Μα δεν υπήρξε ποτέ κλουβί. Ήταν ένα σκηνικό. Κατάλαβέ το πια. Όλα αυτά βρίσκονταν σε μια παλιά αποθήκη. Τα είχαμε ξεκαρφώσει από την τελευταία παράσταση.»
Η σκέψη πάνω σε απλά καθημερινά αντικείμενα και η σύνδεση μαζί τους ΄βοηθάει στην αυτο-ανακάλυψη. Λειτουργεί σαν μια συναισθηματική κάθαρση. Επίσης ,η καθημερινή συσχέτιση με τα αντικείμενα και τους χώρους δημιουργούν μια οικειότητα στον εγκέφαλό μας και στο σώμα μας, οικειότητα ή όρια που έρχονται από το παρελθόν και που μας βοηθούν να τραβήξουμε μπροστά και να εμπνευστούμε για κάτι καινούργιο βασισμένο πάνω στο παλιό και οικείο.
Τα αντικείμενα και οι συνήθειες, οι αναμνήσεις και το δέσιμο μαζί τους μας βοηθούν στην εξέλιξή μας. Είναι κάτι σαν την ανανέωση των κυττάρων μας κάθε φορά που κάτι παθαίνει βλάβη.
Όταν ένα αντικείμενο ή κάτι άψυχο φτιάχνει μια ιστορία μαζί σου είναι σαν το υποσυνείδητο να φαίνεται συνειδητό όπως λέει και ο Γιούνκ ,κάτι το οποίο ηρεμεί την καθημερινότητα του μυαλού σου και το προσκαλεί/προκαλεί να εκφράσει την ιστορία του εσωτερικού σου κόσμου.
Αυτή η ιστορία θα σου πει την ιστορία που ξέρεις αλλά θα σου πει και την ιστορία που δεν ξέρεις ,κυρίως για τον εαυτό σου. Με λίγα λόγια η ιστορία του αντικειμένου θα επικοινωνήσει με τον ώριμο εαυτό σου και θα βγάλει στην επιφάνεια κάτι από το υποσυνείδητό σου που δεν σου έχει ακόμα αποκαλυφθεί.
Η ιστορία των αντικειμένων δεν χρειάζεται καλλιτεχνική άποψη , ούτε καλλιτεχνικές γνώσεις. Είναι εσύ.
Και ο καθένας έχει το δικό του ταλέντο για αυτό. Είναι η φωτογραφική γλώσσα του καθενός που αν συλλογιστεί πάνω στο αποτέλεσμα της εικόνας θα συνειδητοποιήσει ότι του προσφέρει έναν τόνο συναισθήματος ,το οποίο να μην εκφράζεται με τις λέξεις. Μετά από καιρό μπορεί αυτό το θέμα με εικόνες να γίνει και λεκτικό.
Η επιλογή του θέματος του βίντεο έγινε από μια προσωπική μου εμπειρία όταν δίδασκα μία κυρία 78 χρονών ,Γερμανίδα . Είχε πουλήσει το σπίτι της στο κέντρο της Αθήνας γιατί δεν ήθελε να το ανακαινίσει, ήθελε να το θυμάται όπως το έζησε τα 26 χρόνια στην Ελλάδα. Έδωσε δύο μηνών σύνταξη να πάρει τα πράγματα που ήθελε , όπως και τα φυτά και να τα μετακομίσει στην Γερμανία. Το μάθημα των Ελληνικών που μου ζήτησε ήταν να διαβάζουμε ποιήματα στα Ελληνικά και να μιλάμε για αυτά.
Αλλά ήθελε να κάθεται στο Ελληνικό της σπίτι εκεί αποτελούμενο πια από τον μαρμάρινο νεροχύτη της κουζίνας της Αθήνας , τα πατζούρια, τα φυτά της από το μπαλκόνι και μία ελιά. Η όμορφη σύμπτωση ήταν ,όπως μου είπε, ότι όταν τα πράγματα της Αθήνας μεταφέρθηκαν στην Γερμανία μόλις ξεσπούσε ο πόλεμος στην Ουκρανία. Μία οικογένεια πήγε κι έμεινε στο χωριό τους και ήταν αυτοί που τη βοήθησαν να χτίσει το νεροχύτη στον κήπο της και να φτιάξει μια ολόκληρη orangerie (κλειστός κήπος) με τα ξύλινα πατζούρια που κάποτε κοίταζαν την Πατησίων.
Αυτή ήταν /είναι η ζωή του μαρμάρινου ,κάτασπρου νεροχύτη που δένει τη ζωή μιας Γερμανίδας δασκάλας με την Αθήνα, τη γλώσσα και τις αλλαγές του κόσμου που μπόρεσε να στηρίξει με τον δικό της πολυτροπικό σύστημα αξιών.
1932. Ευαγγελισμός. Ετών 22. Αποβολή.
1933. Ευαγγελισμός. Λάθος εκτίμηση για όγκο την καταδικάζει σε επεμβάσεις.
Δε θα γίνει ποτέ μητέρα. Και όχι μόνο. Μολυσμένη τομή ,περιτονίτιδα δημιουργεί.
Λιγοστές οι πιθανότητες επιβίωσης. Το τραύμα της κοιλιάς δεν κλείνει. Η πληγή της ψυχής δεν ορίζεται.
Ευαγγελισμός. Ελπίς. Έλενα.
Δεν υπάρχει φως.
Στα κρεβάτια των νοσοκομείων περνά η νιότη μέσα από τα κατάμαυρα μάτια της. Ιππασία με το άλογό της στα κτήματα στην Κρήτη. Γερή και γεμάτη όνειρα για τον ψηλό, ευθυτενή με μπλε μάτια άντρα που ερωτεύτηκε. «Πρέπει να παλέψω . είμαι δυνατή. Θα πάω κόντρα στις πιθανότητες. Θα τα καταφέρω. Θα αποδείξω πως η Μαρίκα ειναι δυνατή ,έχει αξία»
Ηλιοθεραπεία στις τομές εφτά χρόνων που δεν έκλειναν συστήνεται.
Στο χωριό , στο χαγιάτι της πεθεράς ,τον ήλιο έχει πια σύντροφο,μακριά από τα μάτια του κόσμου και με το δικαιολογημένο «Αχ! Κακορίζικε γιε μου!» της πεθεράς να σφυρίζει στα αυτιά της. Η Μαρίκα δεν κακίζει, δίκιο έχει, σκέφτεται. Μάνα είναι.
Μέρα μεσημέρι αίμα από τις πληγές εμφανίζεται.
Στην Αθήνα γυρίζει.
Καλό σημάδι ,λέει ο γιατρός.
Μεγάλη η αδυναμία της,τα πόδια δεν την κρατούν.
Εφτά χρόνια. Εφτά επεμβάσεις. Εφτά τομές.
Η όμορφη μελαχροινή ,άξια γυναίκα που έσκιζε τον αέρα με το άλογό της ,είναι μια ανήμπορη και στέρφα.
Δεν μπορούσε ούτε να σταθεί δίπλα στον αγαπημένο της άντρα ,ούτε να σκεφτεί πώς θα αποκτούσε παιδάκι.
Μια νύχτα γλυκό φως την ξυπνάει. Ένα χάδι αισθάνεται στο κεφάλι της. Σαν να άκουσε μια φωνή ότι θα γίνει καλά.Τρομαγμένη ξυπνάει. Μια δύναμη και μια ελπίδα της έχει δοθεί. Η απόφαση έχει παρθεί. Νόμιμη υιοθεσία. Ο άντρας της συμφώνησε. Ένα φως γεμίζει το σπίτι τους. Μα η σκοτεινιά ξαναγυρνάει καθώς αρχίζει ο πόλεμος. Και μετά Κατοχή.
Όταν το 1941 γύριζαν οι στρατιώτες από το Αλβανικό μέτωπο το φιλόξενο σπίτι τους στην Αθήνα γίνεται χώρος περάσματος. Καζάνια βράζουν νερό. Μπάνιο κάνουν οι άντρες. Ρούχα ζεματίζονται για να φύγουν οι ψείρες. Από το λιγοστό φαγητό ταίζονταν μέχρι να βρουν μέσο να γυρίσουν στους τόπους τους. Ένας από αυτούς τους στρατιώτες ήταν κι ο γαμπρός της. Ο άντρας της αδερφής της. Είχαν ήδη τρία παιδιά και τον περίμεναν.
Ο καιρός περνούσε. Η αδελφή της της έγραψε πως ήταν πάλι έγκυος. Τότε μέσα στη γλυκόπικρη διάθεσή της, της ήρθε η ιδέα. Θα μπορούσε ίσως η αγαπημένη της αδερφή να τη βοηθήσει ακόμα κι αν αυτό που θα της ζητούσε θα ήταν βαρύ. Ο άντρας της ήταν σύμφωνος.
Σε ένα από τα γράμματά της παρακάλεσε την αδερφή της να ξαναμείνει έγκυος και να της δώσει το μωρό. Άλλωστε το παιδί θα περνούσε καλά,το ήξερε. Δε θα το έχανε ποτέ και θα έδινε στην αδερφή της τη χαρά που η κακή της τύχη της είχε στερήησει. Έτσι όταν το 1945 έμεινε πάλι έγκυος η απόφαση πάρθηκε.
Η Μαρίκα είχε τρελαθεί από τη χαρά της. 1η Ιανουαρίου 1946. Δώρο.πρωτοχρονιάτικο δώρο. Ένα κοριτσάκι έρχεται στον κόσμο. Μεγάλωσε λίγο καθώς ο δικηγόρος έφτιαχνε τα χαρτιά της υιοθεσίας.
Η Μαρίκα με τον άντρα της πήγαιναν συχνά στο νησί για να τους συνηθίσει το μωρό.
Οι πληγές της Μαρίκας πήγαιναν καλύτερα. Η καρδιά της μεγάλωνε. Η υπόθεση στο Ειρηνοδικείο τακτοποιήθηκε.
Αρχές 1948.
Μια ευτυχισμένη οικογένεια γύρισε στην Αθήνα με την πτήση της ΤΑΕ. Η Μαρίκα ΄ψήλωσε από ευτυχία.Τα είχε καταφέρει.
Εξήντα χρόνια μετά πέθανε μαζί με τις ουλές εφτά επεμβάσεων,συνοδευόμενη από την κόρη της ,τα τρία εγγόνια της ,τα δύο δισέγγονά της ,τα οχτώ ανήψια της και βιολογικά αδέρφια της κόρης της .
Όμως η μεγάλη της καρδιά μαζί με την πίστη της και τη δύναμή της έμειναν να κληρονομηθούν όμορφα από αυτούς που σε όλη της τη ζωή αγάπησε και πρόσφερε.
Χρυσαλλίδα
Ατομική υπόθεση
Κρέμομαι ανάποδα μέσα στον κόσμο. Όλα γυρνούν γύρω μου.Δε βρίσκομαι σε ανοιχτό διάλογο. Δε φαίνομαι. Οι περισσότεροι δεν αναρωτιούνται για μένα. Τι είμαι. Γιατί κρέμομαι. Έχω μέρες τώρα που βρίσκομαι σε μια διαρκή κατάσταση διαλογισμού. Το κορμί μου πονάει. Παλιά κομμάτια του εαυτού μου με εγκαταλείπουν. Όταν βαθιά κατανοώ και αυτοσυγκεντρώνομαι στις πτυχές του χαρακτήρα μου αποκτώ αυτογνωσία. Κάνω αυτοκριτική. Τότε είναι που ακούω τα κόκκαλά μου να τρίζουν. Τότε φουσκώνουν οι σάρκες μου και πέφτει το δέρμα μου. Στα πλευρά μου , οι ανοιχτές πληγές που πόναγαν στην αρχή αρχίζουν να επουλώνονται. Και όχι μόνο αυτό. Αντιλαμβάνομαι να μεγαλώνουν εκεί ακριβώς καινούργια μέλη. Αισθάνομαι διαδοχικά ισχυρές δονήσεις να με βγάζουν από το σκοτάδι μου. Εδώ πάνω ,ανάποδα ,στον απολογισμό μου ,αναρωτιέμαι αν ήμουν καλύτερα πριν ή θα είμαι καλύτερα στο μέλλον. Αν και η θέση μου στον κόσμο άρχισε πριν καιρό τώρα θα τοποθετηθώ εκ νέου. Πώς θα είναι άραγε το καινούργιο; Θα το αντέξω; Είμαι ικανή; Οι δονήσεις με ταράζουν. Πρέπει να έχω υπομονή. Δε χρειάζεται να επισπεύσω την αλλαγή αυτή τη φορά. Πρέπει να τη διαχειριστώ. Πόσο χρόνο έχω. Ο ήλιος είναι πια πολύ ζεστός. Μάλλον ο χρόνος τελειώνει. Πρέπει να είμαι έτοιμη. Ο εγκλωβισμός μου δε με παρέλυσε λοιπόν. Νιώθω καλά. Ετοιμάζομαι. Ταράζομαι από τις δονήσεις. Σκορπάνε τα μέλη μου. Καινούργια δύναμη έρχεται από τα πλευρά μου. Αυτορρυθμίζομαι. Μπορώ.
Κάμπια
«Θαυματοποιόν»
Αγαπητά μας παιδιά,
Σύντομα κατεβαίνουμε από το δέντρο της αυλής του σχολείου σας. Ευτυχώς είμαστε στην πόλη και δεν κινδυνεύσαμε από τους κούκους , τις κίσσες και τα κοράκια της εξοχής. Ακούμε τις φωνές και τα γέλια σας από τα παιχνίδια σας και σκεφτόμαστε πως ο λίγος χρόνος που θα περάσουμε στην αυλή σας θα είναι μια όμορφη εμπειρία για μας.
Κατεβαίνουμε ,λοιπόν, σε γοητευτικές λιτανείες . Χρωματιστές. Έχουμε φάει τόσες πευκοβελόνες που όλες έχουμε βαρυστομαχιάσει. Θα θέλαμε λοιπόν να μας αφήσετε να περπατάμε και μεις για όσο καιρό είμαστε εκεί γύρω από το δέντρο μας. Μπορείτε να μας κοιτάζετε και να παρατηρείτε το χορό του ταξιδιού μας. Δε σας πειράζουμε. Ψάχνουμε να βρούμε έναν άλλο χώρο για να γίνουμε καλύτερες. Δεν είναι εύκολο αυτό. Στο δρόμο μας συναντάμε πολλά εμπόδια. Άλλοι μας πατάνε , άλλοι μας κατηγορούν για φαγούρες , άλλοι μας λένε στα μούτρα πόσο αηδιαστικές είμαστε και τι απαίσιες τρίχες έχουμε.Και το χειρότερο. Οι περισσότεροι δεν πιστεύουν πως αλλάζουμε! Όμως εμείς ψάχνουμε να γίνουμε καλύτερες. Έχουμε μπροστά μας λίγο χρόνο για να βρούμε το μέρος που θα αλλάξουμε. Μέχρι τότε όμως, σας παρακαλούμε , μη μας πειράζετε. Όταν σας κάνουμε να ξύνεστε , να βήχετε και να κοκκινίζετε είναι επειδή μας κοιτάτε με καχυποψία κι εμείς κλαίγοντας αφού κάθε χρόνο αισθανόμαστε παρακατιανές και ένοχες αφήνουμε τα πικρά μας δάκρυα που σας κάνουν έτσι.
Θέλουμε λίγο μόνο χώρο για περίπου ένα μήνα μέχρι να βρούμε το δρόμο μας. Ξέρουμε ότι δεν έχετε υπομονή αφού σας καταπατάμε την μικρή σας αυλή μα θα πρέπει να σας πούμε πως δεν είναι καθόλου εύκολο να προσανατολιστείς γρήγορα για τις αλλαγές σου. Ακόμα κι αν αυτές είναι προς το καλύτερο. Ξέρετε πόσο δύσκολο είναι να αλλάξει κανείς σε ένα μήνα έχοντας αποδεχτεί την κακιά του εμφάνιση και φήμη;
Σας εμπιστευόμαστε φέτος,
Οι κάμπιες του δέντρου της αυλής σας.
Πεταλούδα
Μυστικοί πομποί
Η Μυρσίνη μπήκε στο σπίτι της γιαγιάς της με μάτια κόκκινα. Αυτό το καλοκαίρι είχε κανονίσει να έρθει αργότερα στο χωριό να μείνει μαζί της όπως κάθε καλοκαίρι γιατί έδινε εξετάσεις. Η γιαγιά την πρόλαβε όμως. Για πρώτη φορά τα λουλούδια είχαν τόσο ξινή μυρωδιά. Σαν να είχαν πεθάνει. Σαν να είχαν κλειστεί για ώρες μέσα σ’ ένα δωμάτιο. Μα αυτό είχε γίνει. Για ώρες. Νεκρά λουλούδια στο δωμάτιο. Και η γιαγιά. Δεν πέρασε από το σαλόνι. Κόσμος είχε μαζευτεί στο σπίτι. Προσπέρασε κι έφυγε. Ήθελε να κλάψει μόνη της. Χωρίς τα βλέμματα των άλλων πάνω της. Μπήκε στο δωμάτιό της. Εκεί που περνούσε από μικρή τα ατελείωτα καλοκαίρια με την γιαγιά. Ο ήλιος είχε πέσει πια. Κλείδωσε την πόρτα της. Έκλαψε στο μαξιλάρι της. Στο κομοδίνο υπήρχαν ακόμα οι αναμνήσεις του περασμένου καλοκαιριού. Ένα βελονάκι κι ένα μοτίφ που της είχε μάθει η γιαγιά και είχε καταφέρει να πλέξει μια καρδούλα. Το πήρε στο χέρι της και πήγε προς το παράθυρο. Δεκάδες μαύρες πεταλούδες είχαν κολλήσει πάνω στο τζάμι. Ξαφνικά οι κουβέντες και οι θόρυβοι από το υπόλοιπο σπίτι έσβησαν και η Μυρσίνη βρέθηκε σε ένα άλλο καλοκαίρι .
«Γιαγιά! Γιαγιά! Έλα στην μπροστινή αυλή. Μαύρες πεταλούδες ! Πολλές! Έλα ! Δεν έχω ξαναδεί άλλη φορά μαύρες πεταλούδες! Είναι μαγικές! Θέλω να τις μαζέψω. Να τις κρατήσω με κάποιον τρόπο .Να τις βάλω σε ένα βάζο.»
«Άστες εκεί που είναι και μην τις πειράζεις. Βάζω το φαγητό στο φούρνο κι έρχομαι.»
«Κοίτα πόσες είναι! Το καλύτερο δώρο του καλοκαιριού ..άσε με να πιάσω μία τουλάχιστον και να την κρατήσω ! θέλω μία δικιά μου !Είναι τόσο όμορφες ! Μου αρέσουν τόσο πολύ! Γιατί να μην κρατήσουμε μία; Σε παρακαλώ! »
« θα τις αφήσεις εκεί που είναι... Οι πεταλούδες δεν είναι παιχνίδι. Πρέπει να πετάνε. Μπορεί να ξανάρθουν του χρόνου που θα είσαι εδώ πάλι να σε δουν και να τις δεις. Και τότε θα σε κάνουν πιο χαρούμενη. Δεν κάνει να τις πειράζεις τις πεταλούδες.Οι ψυχές τους είναι εκεί για να πετάνε παιδάκι μου... ούτε να τις ακουμπάς δεν πρέπει .Κι αν τις σεβαστείς θα έρχονται να σε βρίσκουν. Τώρα μπορεί να πρέπει να πάνε κι αλλού. Δεν είναι ένας ο προορισμός τους. Κάτσε να τις κοιτάζεις τώρα και θα δεις ότι θα ξανάρθουν μια μέρα και θα με θυμηθείς».
Οι πεταλούδες ήρθαν.
Μετά από τόσα χρόνια ήρθαν πάλι. Κάθε χρόνο παραπονιόμουν για τις πεταλούδες που δεν είχαν ξανάρθει. Ήρθαν τώρα. Σήμερα. Απόψε.
Γέμισε το παράθυρό μου.
Γεια σου γιαγιά. Σ΄ευχαριστώ. θα σε θυμάμαι πάντα.
Εκείνο τον Απρίλιο οι χιονόμπαλες ήταν ροζ. Για πρώτη φορά δεν ήταν κάτασπρες, φουντωτές και μεγαλοπρεπείς. Αντιθέτως φαίνονταν αραιές, λίγο μίζερες και με απροσδιόριστο χρώμα. Έπρεπε να το αλλάξει αυτό. Χρόνια τώρα οι χιονόμπαλες ήταν κούκλες, έτοιμες να μπουν στα πανέρια και να στολίσουν τη νύχτα που θα χρειάζονταν. Βλέποντάς τες η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Δεν μπορούσε να προδόσει την παράδοση της οικογένειάς της. Τι είχε κάνει λάθος φέτος; Τι θα έδινε στα κορίτσια που ήξεραν χρόνια τώρα ότι χιονόμπαλες υπάρχουν μόνο στον κήπο του σπιτιού του Αθηναίου; Τόσες γενιές είχαν περάσει από αυτό το σπίτι και πάντα ήταν περήφανες για αυτές. Είχαν στηρίξει και προστατέψει την καλλιέργια και την συντήρησή τους. Φέτος ,πρώτη χρονιά ολομόναχη χρονιάρες μέρες της έτυχε αυτή η ντροπή. Κάνοντας μια τελευταία βόλτα στα παρτέρια , μπήκε στο σπίτι. Η ζεστή ,γεμάτη μυρωδιές ζάλη της άνοιξης έφεραν μια έξαψη στα μάγουλά της που μαζί με τους γοργούς χτύπους στο στήθος της την έριξαν στο κρεβάτι. Η λευκή κουρτίνα στο παράθυρο πηγαινοερχόταν κοιμίζοντάς την.
Ξύπνησε από την καμπάνα που χτυπούσε καλώντας τους πιστούς να ετοιμαστούν για την εκκλησία. Σκιές είχε ακόμα μπροστά της . ο παππούς ,η γιαγιά, ο μπαμπάς, η μαμά...δυο γενιές την είχαν επισκεφτεί σ’ αυτήν τη μεσημεριανή σιέστα. Όλοι στα άσπρα. Λεπτοί και καθαροί. Κατάλευκοι. Οι καμπάνες ξαναχτύπησαν. Από το παράθυρο κοίταξε το βουνό που κρατούσε ακόμα λίγο χιόνι στην κορυφή του. Μετά γύρισε το βλέμμα της στα δέντρα του κήπου. Αυτό ήταν. Σηκώθηκε. Όλο το βράδυ ασβέστωνε. Τα άκουγε να αναπνέουν. Οι ψίθυροι από τις φυλλωσσιές ακολουθούσαν τις βαθιές τους ανάσες. Κυλούσαν χυμοί ευχαρίστησης μέσα στους φλοιούς τους.
Καθώς έσκαγε η μέρα ο κήπος φαινόταν υγιής,ζωντανός,φροντισμένος. Πήγε για ύπνο. Ξύπνησε πάλι το απόγευμα από την καμπάνα. Σηκώθηκε βιαστικά. Βγήκε έξω. Όχι, δεν ήταν όνειρο. Αυτή είχε λευκάνει τα δέντρα. Ο κήπος έλαμπε. Τα κορίτσια με τα πανέρια ήρθαν σύντομα. Ήταν Μεγάλη Πέμπτη. Ήταν η μεγάλη νύχτα του στολισμού. Έτρεξε με αγωνία να ανοίξει την πόρτα. Οδήγησε τα κορίτσια στις χιονόμπαλες. Ήταν κατάλευκες και πυκνές. Χαμογελούσαν ,πανέτοιμες. Έκοψαν όσες περισσότερες μπορούσαν. Ένα τρυφερό άρωμα διαπέρασε το απόγευμα. Νύχτωνε. Την επόμενη ξημέρωνε Μεγάλη Παρασκευή.
Με λένε Χιακουτάκε. Πολλοί με φωνάζουν και C/1996 B2 αλλά προτιμώ το Χιακουτάκε γιατί είναι το όνομα του νονού μου και τον εκτιμώ πολύ γιατί μέσα από αυτόν κατάλαβα ένα σωρό πράγματα. Πρώτα -πρώτα ποτέ του δεν μου είπε για τη δύσκολη πορεία του μέχρι να με βαφτίσει. Μέσα σε ένα δύσκολο ουρανό σε τάξη και αταξία κατάφερε να με βρει. Γεννήθηκα στο ζενίθ αυτού του ουρανού μεταξύ σύννεφων και αστεριών. Όμως στην πραγματικότητα γεννήθηκα γιατί ο νονός μου με ήθελε πάρα πολύ. Ένα βράδυ μετά από πολλές προσπάθειες αισθάνθηκε τόσο καλά που μπόρεσε να επικεντρωθεί στα αστέρια. Όταν νόμιζε πως ονειρευόταν, όταν αμφιταλαντευόταν μεταξύ της πίστης και της αποτυχίας, με είδε. Ενωθήκαμε και επιβεβαίωσε ο ένας τον άλλον. Είχε έρθει η μεγάλη στιγμή και για τους δυο. Μετά από ένα ταξίδι χρόνων ο νονός μου περίμενε τη στιγμή που ανεβαίνοντας για άλλη μια φορά το βουνό θα με έβρισκε. Η αλήθεια είναι πως σε αυτόν ήθελα να φανερωθώ γιατί του άξιζε η χαρά που πήρε. Τα πόδια του είχαν κουραστεί να ανεβαίνει φορτωμένος με τα κυάλια του και όλα του τα σύνεργα. Η ανησυχία του ότι σύντομα η όρασή του δεν θα ήταν καλή να ψάχνει τον απογοήτευε συχνά. Αλλά δεν το έβαζε κάτω. Ήταν βλέπετε ο παράξενος του χωριού του. Άφηνε γυναίκα και παιδιά τις νύχτες κι έτρεχε με μια τρελή επιθυμία στο βουνό για να δει και άλλα από αυτά που βλέπει κανείς στο θόρυβο της μέρας. Και αυτή η πίστη τον έφερε σε μένα. Γι αυτό τον αγαπώ. Μέσα από αυτόν με είδαν κι άλλοι. Άλλοι που είχαν την ίδια επιθυμία. Άλλοι που ήθελαν μόνο να ακούσουν κάτι νέο. Άλλοι που κοιτούν πάντα τον ουρανό και χωρίς φλυαρίες περιμένουν μια ανταπόκριση. Κι έλαμψα. Με το δικό μου τρόπο.
Όσο για μένα, ο ανεξάρτητος, διαστρικός, παγωμένος και σκονισμένος τύπος έκανα πολύ καιρό να ξαναεμφανιστώ στα μέρη σας. Πολλοί θεωρούν ότι είμαι η μυστική λεπτομέρεια του ουρανού. Είναι γιατί για να με δουν πρέπει να το αποφασίσουν. Να προσπαθήσουν. Να πάρουν τα κυάλια τους. Να με ψάξουν. Ακριβώς γι αυτό υπάρχει προσμονή και υπομονή και θέληση.
Η ουρά μου είναι εκκεντρική. Άλλοι τη ζηλεύουν γιατί αφήνει αεριώδη σκόνη με χρώματα, άλλοι ούτε που θέλουν να τη δουν και άλλοι γεμίζουν με ελπίδα. Η ουρά μου είναι ίσως η μακρύτερη που έχει περάσει από πάνω σας. Βέβαια, τέτοια φυσικά γαλαζοπράσινα μακριά μαλλιά λίγοι εκτιμούν πια. Κι εγώ δεν επιμένω. Έμεινα μόνο για λίγες μέρες. Δεν τους εντυπωσίασα όλους. Δεν ήταν και ο στόχος μου. Μου αρκούν αυτοί οι λίγοι. Αυτοί που πήραν κάποια από τη σκόνη μου και τα μυστικά μου.
Ακόμα και δυο χρόνια μετά την βόλτα μου στον κόσμο σας κατάλαβαν ότι η σκόνη μου ήταν τόσο έντονη καθώς την έβρισκαν παντού. Δε μου άρεσε πολύ που έλεγαν ότι ήταν τα απόνερά μου. Όχι. Ήταν η ξεκάθαρη επιθυμία μου. Να δουν ότι και η δικιά μου ουρά είναι σημαντική. Ακόμα κι αν τους πήρε πολύ χρόνο να την κατανοήσουν. Υπήρχε λόγος; Δεν ξέρω. Όμως έμαθα πως την ίδια εποχή ο φίλος μου Χέιλ-Μποπ σκέφτηκε επίσης να περάσει από εσάς. Πριν λοιπόν κάποιοι δουν την ενέργειά μου μέχρι τέλους με υπομονή και ψάξουν αυτό που ονόμασαν στη συνέχεια «απόνερα» στο σκοτάδι, ασχολήθηκαν με τον καινούργιο τους λαμπρό φίλο που δεν χρειαζόταν και κυάλια. Δε νιώθω ανταγωνιστικά. Αντιθέτως. Μου αρέσει να βλέπω το διαφορετικό μου φίλο να έχει τέτοια αναγνώριση. Άλλωστε όπως έχω πει το θέμα δεν είναι πόσοι βλέπουν την ουρά μου. Και τελικά ίσως να μη χρειάζεται να τη βλέπουν όλοι, να την αγγίζουν όλοι, να τη χαίρονται όλοι. Για να μην πω πως ούτε δικιά μου επιλογή ήταν να κολλήσουν κάποια από τα κομμάτια μου στο Ulysses.
Ο φίλος μου λοιπόν, ο Χέιλ-Μποπ ήταν πάντα καλύτερος στις κοινωνικές του εμφανίσεις. Έτσι είχε επιλέξει και προετοιμαστεί για να γίνει ορατός περισσότερο χρόνο, ακόμα και με γυμνό μάτι. Έκανε μπαμ ο Μποπ! Είχε κλείσει συμφωνίες με τον ουρανό, είχε πάντα ταλέντο να μαγνητίζει τους γύρω του γιατί έπαιρνε χαρά από την υπερ-έκθεσή του. Έπρεπε, κατά την άποψή του να τον δουν όλοι, χωρίς προσπάθεια και χωρίς σκέψη. Μέχρι και με τα ΜΜΕ είχε συμφωνήσει ώστε να ασχοληθούν μαζί του και να μιλάνε για αυτόν όσο περισσότερο χρόνο γινόταν. Φυσικά αυτό είχε να κάνει με τον πυρηνο-χαρακτήρα του. Ήταν μεγάλος, έντονος, επιδεικτικός. Χαιρόταν να ακούει το όνομά του. Ήταν εύκολο κι εύηχο. Είχε βάλει κι εκεί το χέρι του. Παρέμεινε, λοιπόν οκτώ εβδομάδες. Φωτεινός, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο γνωστό φίλο μου. Ήταν χαρούμενος,περήφανος. Τα είχε καταφέρει. Οι άνθρωποι μαζεύονταν και φλυαρούσαν. Είτε για την καταγωγή του, τη λαμπρότητα του είτε για τις επιστημονικές λεπτομέρειες που άκουγαν στην τηλεόραση. Αυτή η βουή ήταν σαν μελωδία.
Εμένα αυτή η φλυαρία με ενοχλούσε, με κούραζε. Δε με ενδιέφεραν αυτές οι αναλύσεις. Ήθελα μόνο να πάρουν κάτι από τα χρώματά μου, από τη σκόνη μου, από το πολύχρωμο παζλ μου. Ήθελα μόνο να με παρατηρούν σε ησυχία και ηρεμία. Να πάρουν ό,τι μπορούν και κρύβουν μέσα τους. Να το μεταμορφώσουν σε κάτι δικό τους. Κι ύστερα ποιος θυμάται έναν Χιακουτάκε; Επίσης σε αντίθεση με μένα ο Χέιλ -Μποπ ήθελε να του πιάνουν την ουρά του, να τη δείχνει όσο πιο πολύ γινόταν. Κουράστηκε αλλά χάρηκε αυτή τη δημοσιότητα που πήρε. Την περίμενε πώς και πώς. Την πέτυχε. Του έστειλα τα συγχαρητήριά μου σε χρυσοκόκκινα μηνύματα της σκόνης μου. Χάρηκα κι εγώ γι αυτόν. Κι αυτός χάρηκε για μένα γιατί κι εγώ έκανα αυτό που ήμουν. Όπως λέγαμε και στα μηνύματά μας, κάποιοι θέλουν η ουρά τους να μην είναι πολύ ορατή αλλά να την δείχνουν όπως αυτοί θέλουν και να τη βλέπουν αυτοί που μπορούν. Άλλοι έχουν την επιθυμία να έρχονται και να δείχνουν τα καλύτερά τους, να ακούν από όλους καλά λόγια, το όνομά τους, το θαυμασμό τους.
Θα ήθελα πολύ να γίνουμε όλοι ευπρόσδεκτοι. Και αυτοί που επιλέγουν τη λάμψη τους, τα απόνερά τους, τον χρόνο τους, την ένταση και την οχλαγωγία. Αλλά και αυτοί που τους αρέσει η σιωπή και η επιλογή να μη φαίνονται πολύ και να λάμπουν όσο και όπου θέλουν.
Μακριά μας αλλά και πολύ κοντά στο δικό μας Βασίλειο ένα ξανθό μωρό με πράσινα μάτια ξεκαρδιζόταν στα γέλια πολύ συχνά. Ξαπλωμένο,κοίταζε προς τη μέση του δωματίου μέσα από τα ξύλινα ανοίγματα του κρεβατιού του. Εκεί , μικροσκοπικές νεράιδες χόρευαν τινάζοντας τα φτερά τους και γεμίζοντας το δωμάτιο με όλες τις ευωδιές του δάσους. Κοίταζαν κι αυτές προς το μέρος του και του χαμογελούσαν γλυκά,πετώντας του χρυσόσκονη. Στο τέλος τον χαιρετούσαν σχηματίζοντας με τα φτερά τους το ουράνιο τόξο και παίρνοντάς τον ,τον τραμπάλιζαν πάνω στα χρώματα και στο φως. Αυτό το όμορφο ,ευτυχισμένο πλάσμα το επισκέπτονταν καθημερινά για το μυστικό τους χορό και παιχνίδι οι νεράιδες του δάσους.
Κάποτε μα γρήγορα το μωρό μεγάλωσε και βρέθηκε σε άλλες ασχολίες. Αυτές που έκαναν και τα άλλα παιδάκια της ηλικίας του. Αυτές που του έλεγαν,αυτές που άρμοζαν στην ηλικία του. Τότε έπαψε να βλέπει πια τις νεράιδες και να παίζει. Ο κόσμος όμως του φαινόταν γκρίζος και μονότονος Δεν μπορούσε να καταλάβει. Τι είχε γίνει λάθος και οι νεράιδες είχαν εξαφανιστεί από τη ζωή του.
Λυπημένος περνούσε τον περισσότερο χρόνο του έξω, κάτω από τα δέντρα. Παρατηρούσε τα πουλιά. Έπιανε χρυσόμυγες ,μικρές πασχαλίτσες και τζιτζίκια. Του άρεσαν τα τζιτζίκια. Τα διάφανα φτερά τους του θύμιζαν εκείνες τις εύθυμες μέρες των χρωματιστών θροισμάτων. Της χρυσόσκονης. Του τριξίματος του μαγικού χορού.
Όταν πια άρχισε και το σχολείο είχε την ελπίδα πως εκεί πιθανότατα έβρισκε τις χρωματιστές του φίλες. Μα τίποτα. Τα πράγματα χειροτέρεψαν. Πουθενά δεν άκουγε το θρόισμα των φτερών , την ήρεμη μελωδία ,τις γλυκιές φιγούρες. Τα πράσινα χρώματα και τις χρυσόσκονες που ακόμα έβγαζε από τα ρουθούνια του. Μόνο σκυθρωπά πρόσωπα. Δεν φαίνονταν να περιμένουν τίποτα. Τα στόματα ήταν φωναχτά και τα χρώματα φανταχτερά. Πού θα ξαναέβρισκε τις φίλες του; Φοβόταν να ρωτήσει και τα άλλα παιδιά. Έτσι κι αλλιώς έδειχναν να διασκεδάζουν παίζοντας μπάλα που αυτόν τον φόβιζε ο θόρυβός της.
Τελειώνοντας την πρώτη χρονιά στο σχολείο η μόνη του ερώτηση που έπρεπε άμεσα να λύσει ήταν γιατί οι άνθρωποι δεν είχαν ουρά. Ρώτησε τη μαμά του. Εκείνη φοβήθηκε και βλέποντας τη διαφορά με τα άλλα χαρούμενα παιδιά άρχισε να τον τρέχει στους γιατρούς. Η μαμά του μάλλον δεν ήθελε να έχει στο σπίτι της τις νεράιδες γιατί θα δημιουργούσαν ακαταστασία. Αυτό μπορεί να ήταν μια εξήγηση.
Πριν ξαναρχίσει το σχολείο κατέβηκε στο δωμάτιο που αποθήκευαν τα «παιδικά» πράγματα. Βρήκε το παιδικό του κρεβατάκι.Ξάπλωσε. Έκλαψε κι έκλαψε. Ένα φύσημα αέρα τον έκανε να σηκώσει το κεφάλι του. Οι όμορφες φίλες του τον είχαν ξαναβρεί. Του δώρισαν την φουντωτή του ουρά. Τον σήκωσαν ,τυλίγοντάς τον στα πέπλα τους και τον πήραν μαζί τους στο δάσος.
Δεν είμαι η άδεια καρέκλα που με περιμένει στο πλάι του κρεβατιού. Είμαι ο άνθρωπος της καρέκλας. Είμαι η φιγούρα της αναμονής , της διακομιδής, της 9ωρης εγχείρισης, της κλειστής πόρτας της εντατικής. Της εναποθέτησης του κατά 50% πεθαμένου ασθενή. Δεν είμαι η σκιά στο περβάζι του εξάκλινου. Είμαι ο άνθρωπος που πρέπει να αγαπάει σιωπηλά και να κάνει υπομονή ξεχνώντας ή όχι το παρελθόν. Δεν είμαι η ατάκα «Αλίμονο σε αυτόν. Εσύ τουλάχιστον έχεις την υγεία σου.» Είμαι το yoga mat στο σκληρό δάπεδο του νοσοκομείου, το ξέσπασμα του νοσηλευτικού προσωπικού, της αργοπορίας, της κακουχίας του συστήματος, της σιωπής ο λύκος. Είμαι η κινητή βιβλιοθήκη που γεμίζει με πληροφορία άγνωστη τα ράφια της τη νύχτα για όσα ήρθαν και που λίγοι γνωρίζουν. Αλλά πήρε ένα πρώτο 24ωρο για μένα. Και μετά το υπόλοιπο ...Είμαι η βρεγμένη πετσέτα, η κουταλιά νερό, η υπεύθυνη των ορών, των εξετάσεων, της ψυχολογικής υποστήριξης. Του «πετάει ο γάιδαρος-πετάει!». Η μάνα , η αδερφή , η γυναίκα , η φίλη, η πάπια, η πάνα, η γάζα, η τροφός. Και αυτή που θα πάρει τις αποφάσεις. Ποιες αποφάσεις; Τις πρακτικές, τις λογικές , τις συναισθηματικές, αυτές για το καλό του ασθενή ή για την πιο άνετη λύση. Και ποιο είναι το καλό του ασθενή; Το ξέρουμε; Εγώ το ξέρω; Πρέπει να το ξέρω.
Τι χρειάστηκε να μάθω τα δύο τελευταία χρόνια; Το πώς μετουσιώνονται οι κακές εμπειρίες σε κάτι πιο ολιστικό. Στα δύσκολα μονοπάτια αφουγκράζομαι τα εσωτερικά μηνύματα. Η βοήθεια έχει έρθει από μέσα μου. Και το πιο εύκολο να μάθω ήταν το σημαίνει διαχωρισμός άνω αορτής.Αναπάντεχα.
Ένα πρωί του Ιουλίου που χτύπησε το τηλέφωνο.
Ήμουν εξημερωμένη σε κάποιο βαθμό τότε. Όχι υπερβολικά, αλλά αρκετά θαμένη στα καθημερινά.
«Πεθαίνω. Βοήθησέ με!» Τα άγρια ένστικτα της επιβίωσης είχαν κάνει την αρχή τους. Πίστεψα πως δεν ήταν έτοιμο το σώμα και η ψυχή, μα αυτά έχουν τους δικούς τους κανόνες. Η ψυχή πεινάει για αγώνα. Κι ο αγώνας άρχιζε. Το ασθενοφόρο που καλέστηκε από την Αθήνα έπρεπε να δώσει σήμα στην επαρχία κι από κει στη μεγαλύτερη πόλη κι από κει στο μεγάλο αθηναικό νοσοκομείο. Οι διαδρομές έκαναν εγγραφή στον εγκέφαλό μου όπως και τα διαφορετικά τηλέφωνα από διαφορετικούς γιατρούς, τμήματα και φορείς. Εγκεφαλικό. Ίσως. Καρδιά . Μπορεί. Ανάνηψη. Στοπ. Δεν ελέγχεται η κατάσταση. Αθήνα επειγόντως. Στάση. Ανάνηψη. Η διαδρομή τριών ωρών πήρε έξι. Το ΑΜΚΑ. Ποιο ΑΜΚΑ; Πού είναι; Δεν το θυμάμαι. « Κυρία , πρόκειται για κάτι πολύ σοβαρό. Έχει δοθεί ήδη σήμα για να τον παραλάβει θωρακοχειρουργός. Αν φτάσει. Θα κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε. Στοπ. Ανάνηψη. Στοπ. Πέφτουν τα όργανα. Στοπ. Ενημερώστε τα παιδιά σας. Στοπ. Εκατόν τριάντα δύο ασθενοφόρα μέτρησα περιμένοντας ΤΟ ΑΣΘΕΝΟΦΟΡΟ. Αφουγκράζομαι. Τι μου συμβαίνει; Πώς γίνεται να κρατάς την ανάσα σου τόσο διακριτικά; Πώς γίνεται να τρίζουν τα δόντια σου και να κιτρινίζουν τα μάτια σου πηγαίνοντας πέρα-δώθε. Χαιρετήστε τον ασθενή και κάνετε πως όλα θα πάνε καλά. Ενημερώστε τα παιδιά. Πιθανότητες να βγούμε 50%. Το χαμόγελο του ασθενοφόρου; Ήταν λόγω ανάνηψης. Έχει διαχωρισμό αορτής τύπου Α που φτάνει μέχρι τα πόδια. Ένα, δύο , τρία......πάμε.....
Πού βρίσκεται η ζωή μου; Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος και τι παρελθόν έχω μαζί του; Δεν είναι η ώρα. Να μην πεθάνει. Αυτό. Να μην πεθάνει....εννιά ώρες. Χάραξε πια. Εγώ και τα παιδιά. Οι δύο άλλοι που περίμεναν εκεί από πριν είχαν πάρει ήδη την τελευταία και τελική είδηση. Αναμονή. Πώς μετριέται η αναμονή. Πώς μυρίζει; Γιατί όλα είναι άσπρα; Γιατί δεν κουνιέμαι; Όταν παγώνει η ψυχή στρέφεσαι στον εαυτό σου. Ανάβεις το δικό σου κερί για βρεις το δρόμο. Και παίρνεις την απόφαση να μην έχεις μεγάλη απώλεια ενέργειας. Η χρήση της ενέργειας θα χρειαστεί μετά. Όποιο κι αν είναι το μαντάτο από το χειρουργείο. Η επιλογή να μην ξοδευτεί ενέργεια στο πρόσκαιρο. Στο τεχνικό κομμάτι. Ξέρει ότι έχει συνέχεια. Δεν υπάρχει ενέργεια για υποθέσεις και δραματικούς περισπασμούς. Μόνο ένα πρέπει να αποφασίσεις. Δε χρειάζεται να αισθάνεσαι καλά ούτε άσχημα. Χρειάζεται να γίνεις καλός στο να καταλαβαίνεις τα συναισθήματα. Δεν είναι εύκολο αυτό. Και τον πόνο να καταλαβαίνεις. Και κάτι πιο μεγάλο. Να μη σκέφτεσαι αν αξίζει σε σχέση με τη μέχρι τώρα εμπερία και ζωή σου με τον ασθενή. Κι αυτό είναι το μεγαλείο της δικιάς σου ζωής. Το μερίδιό σου στην ανθρώπινη αξιοσύνη.
Πρέπει να βγει από την εντατική γιατί είναι λίγο νευρικός. Άλλωστε ό,τι ήταν να του προσφερθεί ,έγινε. Τώρα σας ζητάει και δημιουργεί θέματα.
« πότε θα βγω να πάμε για μπάνιο;»
«τι χρονολογία έχουμε κύριε..»
«1918»
« Κοιτάξτε έξω. Σε ποιον όροφο νομίζετε ότι είμαστε;»
«Δεν ξέρω»
«Συγκεντρωθείτε»
¨Νερό. Γιατί δε μου δίνουν νερό; Πρόκειται περί συνωμοσίας. Θα επικοινωνήσω με ιατροδικαστή»
«Δεν πρέπει να πίνετε νερό . πρέπει να βγει το σωληνάκι πρώτα. Υπομονή. Δεν βλέπετε το οίδημα στην κοιλιά σας;»
«Εσύ τους είπες να μη μου δίνουν νερό;»
«Να μη του δίνετε νερό. Εξαφανίστε τα μπουκάλια. Είστε υπεύθυνη.»
Είμαι υπεύθυνη. Φυσικά.
«Δεν έχω μπουκάλια. Είμαστε όμως σε έξι κρεβάτια και βλέπει. Τι να κάνω; Να λέω και στους άλλους να μην πίνουν νερό;»
«Δεν θα υποχωρήσει το οίδημα από το οποίο κινδυνεύει όμως.»
Δεν θέλει να σηκωθεί. Οι φυσιοθεραπεύτριες δεν τον πείθουν. Δεν μπορεί...δεν θέλει...δεν έχει δύναμη...τα παράτησε....είναι δύσκολα...έχουν ατροφήσει τα πόδια του ,είναι ΄μαύρα από το διαχωρισμό. Δεν τα βλέπετε;
« Πότε θα πάμε για μπάνιο; Διακοπές θα πάμε.»
«Το γιατρό παρακαλώ γρήγορα. Φωνάξτε κάποιον. Γρήγορα. Τρέμει το κεφάλι του. Χάνεται.....»
Μαρμαρυγή . Ετοιμάστε εξωτερικό βηματοδότη. Παλμογράφο και ανάψτε το φως του θαλάμου ως επείγον. Ορό....ορό...Είναι το αποτέλεσμα της εγχείρισης. Παλμογράφος . Καρέκλα. Μάτια κολλημένα στα νούμερα , στις μετρήσεις.
« έλα κοιμήσου δύο ώρες και θα κοιτάω εγώ. Θα πεθάνεις τόσες μέρες άγρυπνη στην καρέκλα.»
Ο άντρας από το κρεβάτι διαγωνίως , ο μασκότ του θαλάμου , αυτός που μετράει μόνος του το ζάχαρο για να τσεκάρει αν το μετράει καλά και η νοσοκόμα. Αυτός που έκανε κανένα τσιγάρο κάτω σέρνοντας ορό και ντενεκέ καθαρισμού πνεύμονα. Αυτός. Τρεις ώρες στο χαλάκι. Ύπνος.
Φυσάμε τα μπαλάκια. Ρουφάμε τα μπαλάκια. Δεν μπορώ. Προσπάθησε. Δεν γίνεται. Μόνο το ένα μπορώ. Δεν θα τα καταφέρω. Φύσα. Θα κάνουμε μπάνιο με τη βρεγμένη πετσέτα που σου αρέσει.
Πόσο γρήγορα μαθαίνεις να κάνεις μπάνιο κάποιον κατάκοιτο. Πετσέτα. Λέκάνη.νερό . Σαπούνι.κι άλλο. Κι άλλο. Συνέχισε....
«Γιατί είμαι κομμένος σε τρία σημεία;. πότε θα φύγουμε; Γιατί δεν μπορώ να σηκωθώ; «
« θα φύγουμε. Υπόμονή. Κάνε μια προσπάθεια να σε βάλω να μείνεις ένα λεπτό καθιστός.
Ζαλίζομαι.
Έχε ελπίδα. Έχεις μια συνθετική αορτή τώρα. Σε λίγο καιρό θα είσαι καλύτερα..»
«Μην ξαπλώνεις. Να κάθεσαι απέναντί μου. Να σε βλέπω...αυτός απέναντι γιατί τρώει σοκολατίνα;¨»
« Γιαούρτι τρώει.»
« Δε μου αρέσει αυτός απέναντι . μην του μιλάς. Γκέι είναι..»
« Πότε είχες εσύ τέτοια στάση προς τους ανθρώπους;»
« Είναι κομμουνιστής...είναι...είναι...Πότε θα πάμε διακοπές; Όλη την άδειά μου την έφαγα εδώ.»
Βγαίνει ο καθετήρας. Είναι ένα βήμα κι αυτό. Πόσες βδομάδες έχουν περάσει; Πόσα κρεβάτια έχουν αλλάξει πόνο; Τι μήνα έχουμε; Αύγουστος είναι.
« Να δείτε λίγο το θέμα της αποκατάστασης. Υπάρχει ένα κέντρο για να τον βάλετε που είναι και κοντά σας. Το πληρώνει το ταμείο. Ίσως χρειαστούν τρεις ή τέσσερις μήνες......Ναι, δε θα τα βγάλετε πέρα αλλιώς. Θέλει βοήθεια....Δεν περπατάει. Πώς θα το αναλάβετε; Μην πάρετε την ευθύνη....»
Απόφαση ελήφθη. Σπίτι. Σπίτι με ιδιωτικό ασθενοφόρο όταν μας πούνε ότι βγαίνουμε από δω.
Σπίτι με ευθύνη δικιά μου. Σπίτι νοσοκομείο.
Ορός για την ουρολοίμωξη -δώρο νοσοκομείου.
Εξετάσεις στο σπίτι. Οξυγονόμετρο. Καθημερινές φυσιοθεραπείες.
Κάθε μέρα ένα βήμα.
Θέλουμε πι.
Θέλουμε χώρο.
Θέλουμε να αλλάξουμε σεντόνια. Να κάνουμε τουαλέτα. Να τσεκάρουμε κρεατινίνη. Όχι, όχι. Έχουμε χάσει το νεφρό, πώς να έχουμε καλές τιμές κρεατινίνης. Αυτές θα μείνουν. Πάμε βαράκια. Βελονισμός.
Ίσως έπρεπε να σας βάλουν κι άλλο μπουκάλι αίμα πριν σας βγάλουν. Φαγητό. Δε θέλω. Μαζί. Πόδια κάτω. Φόβος. Μόνο λίγο κάθισμα. Μαζί. Πού είναι το πι; Προσπάθεια.
Περίοδος πι.
Περίοδος τετράποδου μπαστουνιού.
Περίοδος προχωράω στο πεζοδρόμιο με το φυσιοθεραπευτή.
Αδυναμία. Ελπίδα. Δόσιμο. Μερικές φορές η προσφορά είναι τόσο εμφανής που οι γιατροί που έρχονται στο σπίτι δείχνουν λύπηση στο πρόσωπό μου. Εγώ σκέφτομαι πως όταν είχα βρέφος το πρώτο μου παιδί είχα λιγότερες ευθύνες τις νύχτες. Λιγότερο άγχος. Τώρα έπαιζα βέβαια με το θάνατο. Τότε με τη ζωή. Πώς κουνιέται δίπλα μου . Κουνιέται. Κυλάει ο ορός; Γιατί θέλει κάθε μία ώρα τουαλέτα; Αύριο θα φωνάξω γαστρεντερολόγο.
Πώς ήταν η ζωή πριν;
Τουλάχιστον τώρα με ικανοποιεί που με αφήνει να τον φροντίζω. Μερικές φορές λέει κι ευχαριστώ. Ένα μικρό παιδί που έχει ανάγκη από φροντίδα. Κάποιος που ένιωσε πως τον επισκέφτηκε ο θάνατος και είναι ευχαριστημένος που έχει στήριξη στη μάχη του. Ένα βήμα πιο μακριά από το θάνατο κάθε μέρα. Πολύ συχνά κλαίει. Πάντα θέλει να πιάνει κάποιον. Να αισθάνεται σίγουρος. Να ακουμπάει ένα χέρι , ένα πόδι. Κάτι. Η πρώτη έξοδος με το μπαστούνι άργησε. Κούραση. Δεν μπορώ πια. Θα ξανα-οδηγήσω; Θα δούμε. Τα αντανακλαστικά σας πώς τα βλέπετε; Δεν ξέρω. Σιγά-σιγά. Κλείσε τα πατζούρια. Δεν μπορώ να βλέπω το σκοτάδι. Πάμε βόλτα. Πριν νυχτώσει. Πονάω στα κόκκαλα. Έχω παντού πόνους. Μερικές φωνές δε θυμάμαι. Δουλειά. Δε θέλω να ξαναπάω. Δεν μπορώ να σκεφτώ. Αφού μπορείς να πάρεις σύνταξη. Δε θέλω. Δεν μπορώ να περνάω πια τους δρόμους μόνος μου. Δεν προλαβαίνω. Είναι μεγάλοι. Να φύγουμε .Να μείνουμε σε χωριό. Οι δρόμοι είναι μεγάλοι κι εγώ μικρός.
Θα πάρεις τα κιλά που πρέπει σιγά σιγά .Όχι αμέσως αλλά θα τρως και θα προσπαθήσεις. Σε λίγους μήνες θα πάμε πάλι στο νοσοκομείο . θα σου πουν.
Ποτέ δε θα ξαναγίνω καλά.
Πρέπει να προσαρμόζεσαι στις συνθήκες που διαρκώς θα αλλάζουν.
Ναι , δε θα γίνεις ποτέ όπως πριν αλλά ζεις.
Χρειάζεται θάρρος. Για σένα. Για μένα. Για τα παιδιά.
Για όσα χρωστάμε ο ένας στον άλλον.
Για τα καλύτερα που θα έρθουν.
Αντέξαμε στην θεομηνία. Θα στεγνώνουμε μέρα με τη μέρα.
Δε θα σηκώνεις βάρη.
Μπορεί να μην οδηγείς.
Δε θα ξαναδουλέψεις.
Θα κουράζεσαι εύκολα.
Θα κάνεις εξετάσεις συχνά.
Θα ελέγχεις την πίεση.
Θα έχεις ένα νεφρό.
Θα μπαίνεις στο νοσοκομείο μία φορά το χρόνο.
Θα παίρνεις χάπια.
Ναι ,έχεις 75% αναπηρία.
Θα μάθουμε να ζούμε με αυτό.
Αλλά κι εγώ έχω να μάθω. Η συμπόνοια , η αφοσίωση, η διαρκής μάχη για τη νέα ισορροπία μπορεί να είναι ένας λόγος αποστέγνωσης. Αλλά κι ένας λόγος αλλάγής. Θα δούμε. Θα μάθουμε.
Κίνδυνος κάτω αορτής.
Ανεύρυσμα που δεν «παίρνει» κάτι και θα το παρακολουθούμε κι αυτό.
Όχι δεν γίνεται να κάνετε αξονικά με σκιαγραφικό. Δεν παίρνουμε την ευθύνη. Η κρεατινίνη σας θα είναι πάντα υψηλή για αυτό. Εισαγωγή στο νοσοκομείο κάθε χρόνο που θα χρειαζόμαστε την αξονική.
« πότε θα πάμε διακοπές;»
« Θα πάμε το επόμενο καλοκαίρι»
« Δεν ξέρω αν μπορώ να κολυμπήσω»
«Μπορείς»
Θα είμαστε πάντα κάπου κοντά σε νοσοκομεία. Πάντα.
Είμαι κλεισμένος στο σπίτι.
Ζεις όμως.
Ναι.
Δε γίνεται να αφήσω τη δουλειά μου και να είμαι όλη μέρα στο σπίτι. Αλλά κάθε ώρα σε παίρνω τηλέφωνο.
Δεν έχω τι να κάνω.
Να κάνεις. Βρες. Υπάρχει και ζωή μέσα στο σπίτι .Πρέπει να την ανακαλύψεις τώρα. Σου βρήκα να κάνεις και ψυχοθεραπεία.
Έκανα. Δεν μου αρέσει.
Θα σου κάνει καλό.
Μου δίνουν κι άλλα χάπια. Δεν τα παίρνω. Θέλω να γίνω όπως πριν.
Δε γίνεται. Πρέπει να είσαι ευγνώμων.
Είμαι.
Με ποιον τρόπο το δηλώνεις;
Πώς είναι να ζεις με αναπηρία; Να έχει αλλάξει η ζωή σου. Να αρχίζει και να τελειώνει η μέρα σου με μια σειρά φάρμακα. Να ξέρεις πως μπορεί να έχεις το ίδιο πρόβλημα και με το κάτω ανεύρυσμα. Να είσαι ανήμπορος. Να κλαις με το παραμικρό. Να σκοτεινιάζεις σκεφτόμενος την ζωή σου πριν. Πώς είναι;
Είναι.
Και είναι και για τον άλλον. Δίπλα σου.
Και τα μάτια. Θολώνουν. Πολλές φορές δε βλέπω καλά. Πρέπει να κάνω και τη βυθοσκόπηση.
Θα μου επιδιορθώσουν και την κάτω αορτή;
Θα ξαναδουλέψει το νεφρό μου;
Θα δούμε.
Με πονάνε τα χέρια μου.
Και τα κόκαλα στα πλευρά μου.
Τρίψε με λίγο......
Το Μαγικό Γαργαλητό δεν κοιμάται ποτέ. Δεν κουράζεται και δε νυστάζει. Αλλάζει πολύ γρήγορα τα χρωματιστά ρούχα του , τα απαλά παπoύτσια του και πολύ συχνά τα αρώματά του. Κάνει συνέχεια ασκήσεις για να κρατιέται σε φόρμα χαμογελώντας και παίζοντας. Πολλές μελωδίες ακολουθούν τις ρυθμικές, σύμφωνες με τη μουσική κινήσεις του και την ξέπνοη πορεία του. Πολλά χρώματα βγαίνουν σαν κορδέλες από το κεφάλι του όταν νιώθει κάτι δυνατό.
Ο χορός του Μαγικού Γαργαλητού είναι ελεύθερος . Σχετίζεται με τη διάθεσή του αλλά νιώθει ωραία γιατί ό,τι κι αν αισθάνεται ,η κορδέλα που βγαίνει από το κεφάλι του έχει πάντα ένα καινούργιο χρώμα.
Καμία συγκεκριμένη βηματολογία ή αυστηρή τεχνική δεν έχει.
Ένα λάθος κάνει πάντα το Μαγικό Γαργαλητό :
Δεν κάνει προθέρμανση πριν χορέψει. Δηλαδή, δεν κάνει «ζέσταμα». Κι έτσι αφού ξεχνάει τελείως αυτό το στάδιο και δεν ακολουθεί τον κανόνα των δέκα-δεκαπέντε λεπτών ασκήσεων προετοιμασίας δε θερμαίνονται όλοι οι μύες του σώματός του!
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην προστατεύεται από τραυματισμούς κατά τη διάρκεια της ζωηρής χορευτικής του παράστασης. Καμιά φορά όταν χαλαρώνει και σταματάει για λίγο δεν προσέχει και πάλι τραυματίζεται. Αυτό, επίσης, γίνεται επειδή δεν τον βοηθάνε οι πολλές κορδέλες που βγάζει ταυτόχρονα από το κεφάλι του. Δεν μπορεί να τις διαχειριστεί.
Ομως ξαναρχίζει το χορό. Αυτοσχεδιάζει και πάλι. Φαντάζεται νέα βήματα. Οι μουσικές ενώνονται μεταξύ τους και ολόφρεσκοι συνδυασμοί κινήσεων δημιουργούνται. Διαφορετικές μυρωδιές.
Καμιά φορά φαίνεται πως υπάρχει χορογραφία, άλλες φορές πάλι όχι. Πάντως, το Μαγικό Γαργαλητό τρυπώνει παντού με τις ελεύθερες κινήσεις του. Πότε μικραίνει ,πότε μεγαλώνει ανάλογα με το χώρο και το χρόνο που έχει. Μερικές φορές ανάλογα και με το άρωμα..... Και την κορδέλα που βγαίνει από το κεφάλι του.......!
Δεν είναι επικίνδυνο το Μαγικό Γαργαλητό ακόμα κι αν προκαλεί κρύο ή ζέστη. Σε μερικούς προκαλεί τρέμουλο ή σηκώνονται οι τρίχες τους.Αλλά δεν πειράζει! Οι περισσότεροι χορεύουν μαζί του όταν τους δίνει το χέρι του και νιώθουν μαζί όλα αυτά. Με λίγα λόγια, διπλασσιάζουν τις πολύχρωμες κορδέλες, μυρίζουν καινούργια αρώματα και γελούν, τραγουδούν, δημιουργούν πολλά όμορφα πράγματα. Σε πολλές περιπτώσεις ξεσηκώνεται και μια υπέροχη γαλάζια φλόγα. Η φλόγα αυτή μπορεί να καταλήξει μέσα στο κεφάλι με τις κορδέλες ως ένας πολύτιμος πράσινος λίθος.
Είναι σημαντικό ότι αυτό που συμβαίνει το λένε σε όλους. Το βλέπουν όλοι άλλωστε! Και είναι ωραίο που το λένε , γιατί είναι όμορφο να νιώθουν το Μαγικό Γαργαλητό! Είναι ένα δώρο! Είναι μια προσφορά! Αισθάνονται ότι πιάνονται από τις κορδέλες του και σηκώνονται ψηλά. Και βλέπουν τον κόσμο αλλιώς...Οι ώμοι τους τότε είναι τόσο ψηλά που κοντεύουν να φτάσουν στα σύννεφα. Γίνονται καινούργιοι και παράγουν κι αυτοί πολύχρωμες κορδέλες και διάφανους καπνούς.
Κάποτε παίρνουν και τις κορδέλες πίσω. Δεν είναι πια φίλοι με το Μαγικό Γαργαλητό! Δεν πειράζει! Τις τακτοποιούν σε πολύχρωμα κουτιά που έχουν. Οι κορδέλες τότε μπορεί να είναι τσαλακωμένες ή κουρασμένες. Τότε βρίσκεται κάπου ένα κλειδί που κλείνει τα κουτιά και πέφτει μια σιωπή. Από αυτήν τη σιωπή , όμως , πάντα αρχίζει μια άλλη μουσική κι έτσι τα κουτιά ανοίγουν και νέες κλωστές βγαίνουν που θα αρχίσουν να φτιάχνουν τις νέες κορδέλες του Μαγικού Γαργαλητού.
Εσύ έχεις συναντήσει ποτέ το Μαγικό Γαργαλητό;
Έχεις κορδέλες;
Τις δείχνεις;
Χορεύουν ή είναι στο κουτί τους αυτόν τον καιρό;
Είχε περάσει εκείνος ο ένας χρόνος.
Στριφογύρισε τα ματωμένα της δάχτυλα.
Είχε τελειώσει.
Η περίοδος.
Οι συμβουλές, τα πάθη, τα λάθη.
Η βιολογία.
Σταθεροποίησε τα γκρίζα της δάχτυλα.
Η άλλη περίοδος είχε αρχίσει.
Όχι του σώματος.
Της ελευθερίας.
Της ισορροπίας.
Της δύναμης.
Σήκωσε τα στεγνά φτερά της
και βγήκε στον κόσμο που πλέον της ανήκε.
Όλα τα χρώματα ήταν εκεί.
Εκτός από το κόκκινο.
Εκείνο που της είχαν μάθει να φοβάται.
Πήρε την ομπρέλα της
και περπάτησε ανάποδα της κανονικότητας,
κάτω από σύννεφα που δεν την απειλούσαν πια.
Δεν αιμορραγούσε.
Υπήρχε.
Ήταν το καλύτερο δώρο που είχε λάβει για τα γενέθλιά του. Από τότε που το έφεραν στο σπίτι, το τοποθέτησαν μπροστά στο κρεβάτι του, έβαλαν τα φώτα κι ένας άλλος κόσμος ανοίχτηκε μπροστά στα λυπημένα μάτια του Λουκά. Τον αγάπησε τον καινούργιο του φίλο ακόμα κι αν προερχόταν από αυτόν το γιατρό που τον πίεζε πολύ όταν ερχόταν σπίτι.
Ο νέος του φίλος χόρευε μπροστά του μέσα στο νερό. Ήταν χαρούμενος και δεν είχε ησυχία. Ευτύχη τον είχε ονομάσει. Αχ πόσο θα ήθελε κι αυτός να κινείται! Ένα χρόνο ήταν σε αυτό το κρεβάτι.
Μια μέρα, αφού είχε τελειώσει το πρωινό του και είχε έρθει αυτός ο γιατρός για τη συνηθισμένη του επίσκεψη, είδε κάτι παράξενο.
Ο Ευτύχης, ο αστερίας του , δεν είχε πια όλα του τα πόδια! Έκλαψε λίγο για το φίλο του. Θυμήθηκε ότι κι αυτός είχε κάποτε δύο πόδια. Πόσο καταλάβαινε το φίλο του.
Κατά τη διάρκεια της μέρας είχε τα μάτια του κολλημένα πάνω του. Δεν ήταν τόσο κινητικός. Ήταν σχεδόν στάσιμος σαν κι αυτόν. Μόνο που ο αστερίας του δεν είχε τη μαμά του να τον βάλει στο καροτσάκι και να τον πάει βόλτα! Σε λίγο ανέβηκε στο τζάμι...ναι...ήταν σίγουρο ...του έλειπε το ένα του ποδαράκι.Αλλά για κοίτα...το ποδαράκι του είναι κι αυτό ζωντανό ...κολυμπάει μόνο του.Τυχερέ Ευτύχη ! Αυτός δεν είχε την ίδια τύχη.
Την άλλη μέρα περίμενε το γιατρό-αυτόν που του τον είχε κάνει δώρο-με αγωνία. Κάτι θα ήξερε αυτός.
«Λουκά μου, το να χάνει ένας αστερίας ένα μέλος του είναι πολύ σύνηθες. Μπορεί να είχε κι αυτός κάποιο ατύχημα στα βραχάκια. Αλλά θα τα καταφέρει. Σύντομα ο Ευτύχης σου θα έχει πάλι ποδαράκι!»
Την ίδια νύχτα ο Λουκάς είδε ένα όνειρο. Προχωρούσε χέρι-χέρι με τον Ευτύχη μέσα στο ενυδρείο ! Εκείνος είχε βάλει το νέο πόδι του που τον πίεζε ο γιατρός κι ο Ευτύχης είχε ένα λεπτό, αδύναμο ποδαράκι .
Βούτηξαν και έπαιξαν μαζί στο νερό.
Το επόμενο πρωί είχε κάτι να ανακοινώσει στη μαμά του.
Εκείνα τα Χριστούγεννα ήταν διαφορετικά. Χωρίς, δέντρο, δώρα και γλυκά. Η Μαρίνα είχε τουλάχιστον το γράψιμο συντροφιά. Τριάντα πέντε παιδιά είχε βρει και αλληλογραφούσε τον τελευταίο καιρό που ζούσε στη μοναξιά της. Η μαμά είχε αποφασίσει να πάνε στο χωριό. Τουλάχιστον θα ήταν με τον παππού και τη γιαγιά. Οι δυο αδερφές της κλεισμένες κι αυτές στον εαυτό τους κοιτούσαν έξω από το παράθυρο το γιορτινό τοπίο. Βράδυ έφτασαν. Σκοτάδι και κρύο. Το τζάκι έκαιγε. Στο μπάνιο η γιαγιά είχε ανάψει ένα παλιό μαγκάλι.
Ξαπλώνοντας άνοιξε το γράμμα που είχε λάβει εκείνο το πρωί. Η Πάολα ήταν ένα κορίτσι από τη Φινλανδία και της άρεσε πολύ. Την ευχαριστούσε για τις ζωγραφιές που της είχε κάνει και τις ιστορίες με τους καλικάτζαρους που της είχε στείλει στο τελευταίο γράμμα της. Κι αυτή με τη σειρά της της έγραφε για την Παραμονή των Χριστουγέννων και τη σάουνα που έκαναν. Ήταν κάτι σαν το μαγκάλι της γιαγιάς, σκέφτηκε. Εκεί σε ένα ειδικό δωμάτιο έχουν το μαγκάλι της γιαγιάς και του ρίχνουν νερό ώστε να σηκώνεται καπνός από τα κάρβουνα. Τόσος καπνός που δεν μπορείς να δεις δίπλα σου. Κι αυτό επειδή μέσα στους καπνούς έρχονται πνεύματα να σε επισκεφτούν. Σε λίγο το γράμμα έπεσε από τα χέρια της. Κάτι έλαμψε στα μάτια της. Πήρε το μαξιλάρι της αγκαλιά και κοιμήθηκε.
Το πρωί έφαγαν όλοι μαζί μπροστά στο τζάκι. Ήταν Παραμονή Χριστουγέννων. Είχε αρχίσει να συνηθίζει το παγωμένο πρόσωπο της μαμάς της όπως και τους μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια της. Κοίταξε τις σπίθες απ’το μεγάλο κούτσουρο στο τζάκι. Ανέβασε το κεφάλι της κι έπεσε στη νωπή κορνίζα. Ήταν τα πρώτα διαφορετικά Χριστούγεννα.
Πήρε τις αδερφές της για μια βόλτα στο χωριό. Τα σπίτια στολισμένα και τα κάλαντα μια χαρούμενη νότα στα αυτιά. Γύρισαν αμίλητες. Η δικιά τους πόρτα κλειστή. Είχε ήδη κάτι στο μυαλό της. Ως το βράδυ το είχε αποφασίσει. Σήκωσε τις αδερφές της και τις τράβηξε στο μπάνιο. Το μαγκάλι έκαιγε ακόμα. Έβγαλαν τα νυχτικά τους. Η Μαρίνα άρχισε να ρίχνει νερό στα κάρβουνα. Ο ατμός άρχισε να τους κόβει την ανάσα. Ίδρωναν. Τα μάτια τους έτρεχαν δάκρυα. Μέσα στον πυκνό ατμό διέκριναν τη φιγούρα του πατέρα τους. Είχαν περάσει έξι μήνες. Χαμογελούσε και τις χαιρετούσε. Μετά χάθηκε. Τα έκπληκτα μάτια τους γλύκαναν. Αγκαλιάστηκαν. Άνοιξαν το παράθυρο. Έσβησαν το μαγκάλι. Ντύθηκαν και κοιτώντας το μαγκάλι είδαν μια σχηματισμένη ασημένια μπάλα. Την πήραν στα χέρια τους. Ο μπαμπάς τους καθρεφτιζόταν πάνω της.
Το πρωί , μέρα Χριστουγέννων έβαλαν την μπάλα τους στη μέση του τραπεζιού. Κανείς δε ρώτησε. Οι τρεις αδερφές είχαν αποκτήσει ένα καινούργιο βάθος στα μάτια τους.
Εκείνα τα Χριστούγεννα ήταν διαφορετικά.
Mάσησα λίγο απ' το σκουρόχρωμο μωσαϊκό.
Με κοίταξαν.
Θόρυβος εκκωφαντικός
Γι’ αυτούς.
‘Hθελα κάπως να τους κεράσω
Έκανα να φτύσω ένα από τα κομμάτια πάνω τους.
Με κοίταξαν.
Φρικτή αηδία
Γι'αυτούς.
Κρύφτηκα πίσω από την κουρτίνα.
Μαλάκωσε το τραχύ μωσαϊκό στο στόμα.
Κι εκείνοι έπαψαν να ακούν τους θορύβους μου.
Έπαψαν να αηδιάζουν.
Μα κάποτε ανακάλυψαν το κομμάτι του δαπέδου που έλειπε.
Έψαξαν πίσω από την κουρτίνα.
Βρήκαν σπασμένα τα δόντια μου.
Tα σκούπισαν.
Φώναξαν το μάστορα.
Να φτιαχτεί το κομμάτι
Απ' το μωσαϊκό
Λυπάμαι δεν υπάρχουν πια μωσαϊκά τέτοια.
Θα μείνει το κενό.
Γι'αυτούς.
